
που σήμερα θα γιόρταζε...
στη μνήμη του σας μαγείρεψα...
με πολλές μνήμες,
τρυφερά κρατημένες μέσα μου...
γιατί μου έμαθε πολλά
αλλά "έφυγε" νωρίς...
και μου λείπει η αγκαλιά του,
η λάμψη στα μάτια του...
ας "αναπαύεται" με ειρήνη...
πήρα το άσπρο ώστε με κάθε γραφή, να αναλύεται σε κάποιο από τα χρώματα... σε υφαντό διαχρονικό...



Τότε ο Dinewan είχε μια ιδέα. Μάζεψε κάθε πλουμιστό φτερό και λουλουδοπέταλο που μπορούσε να βρει και τα έβαλε ανάμεσα στα φτερά του. Όταν είχε ολοκληρωτικά καλυφθεί, βιαστικά επέστρεψε στη λιμνούλα, να δει πως μοιάζει. Εκεί, στην αντανάκλαση του, είδε το πιο όμορφο, πολύχρωμο πουλί που είχε ποτέ του ματαδεί.
Ο Dinewan ανυπομονούσε να επιδείξει τα αστραφτερά καινούργια χρώματα του και περπατούσε καμαρωτά στην πεδιάδα, ώσπου ο Bindar, το καγκουρό, τον εντόπισε.
«Τι όμορφο πουλί είναι αυτό;» είπε με κομμένη την ανάσα.
«Δεν με αναγνωρίζεις Bindar; Εγώ είμαι ο Dinewan.»
«Μα δείχνεις τόσο πολύχρωμος» είπε ο Bindar. «Πως το έκανες αυτό;»
Ο Dinewan εξήγησε και προέτρεψε τον Bindar να το δοκιμάσει. Έψαχναν μαζί για πιο πολλά φτερά και λουλουδοπέταλα όταν η Googarh, η σαύρα, τους πλησίασε.
«Τι κάνετε;» ρώτησε
«Πλουμιζόμαστε και ομορφαίνουμε» είπε ο Bindar. «Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας;»
Οι Dinewan, Bindar και Googarh ήταν σχεδόν πολύχρωμοι, όταν το φίδι της ίριδας (του ουράνιου τόξου) εμφανίστηκε.
«Γιατί πλουμιζόσαστε έτσι;» τους ρώτησε.
«Για να ομορφύνουμε, σαν τα πουλιά και σαν τα λουλούδια» απάντησαν.
«Μα δεν σας αρέσουν τα χρώματα που σας έχω δώσει;» είπε το φίδι της ίριδας.
«Ω! μα είναι τόσο μονότονα.» είπε ο Bindar,
«Ανόητα πλάσματα!» είπε το φίδι της ίριδας. «Σας έχω χαρίσει ειδικά χρώματα, να σας βοηθήσω να συνταιριάζετε με τους θάμνους, να δυσκολεύονται να σας εντοπίσουν. Αυτοί που δεν σας βλέπουν, δεν μπορούν και να σας φάνε.»
«Μα τα άλλα πουλιά έχουν πανέμορφα χρώματα», είπε ο Dinewan.
«Μόνο αν ζουν και αναζητούν την τροφή τους ανάμεσα στα δέντρα και τα αγριολούλουδα στις πεδιάδες.» είπε το φίδι της ίριδας. «Τα φωτεινά χρώματα, ταιριάζουν στις ανάγκες τους, όπως τα μονότονα ταιριάζουν στις δικές σας.»
Το φίδι της ίριδας κοίταξε σταθερά και επίμονα καθέναν τους χωριστά, αλλά έμεναν αμετακίνητα στην άποψη τους. Ήθελαν λαμπερά χρώματα, να ακτινοβολούν!
«Λοιπόν, αν αυτό είναι που θέλετε, έτσι και θα γίνει» είπε λυπημένα. Τα κύκλωσε πολλές φορές, και το μονότονο, φυσικό κάλυμμα τους μεταμορφώθηκε στα πιο λαμπερά χρώματα.
Καταχαρούμενα, τα τρία ζωάκια, κίνησαν τρέχοντας κατά την πεδιάδα για να επιδείξουν τα νέους πλουμίδια.
Σχεδόν αμέσως, μια ομάδα κυνηγών τα παρατήρησε, που δύσκολα θα τα άφηναν να φύγουν.
«Τι παράξενα και όμορφα πλάσματα!», είπε κάποιος από αυτούς.
«Ω! ναι» κάγχασε κάποιος άλλος. «και αν είναι νόστιμα, όσο φαίνονται, τι γιουρούσι θα έχουμε απόψε!»
Και πράγματι, ήταν ένα λαμπρό φαγοπότι.

να είναι καλά...